αἱρεῖ

αἱρέω
take with the hand
pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic)
αἱρέω
take with the hand
pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἴρει — αἴρω attach pres ind mp 2nd sg αἴρω attach pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἵρει — αἱρέω take with the hand pres imperat act 2nd sg (attic epic) αἱρέω take with the hand imperf ind act 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὔδοντι κύρτος αἱρεῖ. — См. Счастье и сонного найдет …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • αιρώ — Μυθολογικό πρόσωπο. Κόρη του Οινωπίωνα, βασιλιά της Χίου και πρώτου οικιστή του νησιού, σύζυγος του Ωρίωνα και μητέρα του Χίου, που έδωσε το όνομά του στο νησί Οφιούσα. * * * αἱρῶ ( έω) (AM) Ι. ενεργ. 1. παίρνω, αρπάζω 2. απομακρύνω, αφαιρώ 3.… …   Dictionary of Greek

  • счастье и сонного найдет — намек на рыболова, который, закинув сети на ночь, засыпает, а сети наполняются рыбой Ср. Елизавета Петровна... придя в театр, увидала на сцене спящего молодого человека... Это был Никита Афанасьевич Бекетов, к которому, как тогда говорили,… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона

  • Счастье и сонного найдет — Счастье и соннаго найдетъ (намекъ на рыболова, который, закинувъ сѣти на ночь, засыпаетъ, а сѣти наполняются рыбой). Ср. Елизавета Петровна... придя въ театръ, увидала на сценѣ спящаго молодого человѣка... Это былъ Никита Аѳанасьевичъ Бекетовъ,… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • АРХЭ —    • Άρχή, αρχειν, αρχων, άρχοντες,        1. при замене монархического образа правления республиканским атрибуты царской власти перешли к той власти, которая в государстве сделалась верховной, т. е. или к совокупности целого народа, или, в …   Реальный словарь классических древностей

  • Άρειος πάγος — I Χαμηλός (115 μ.) πετρώδης λόφος της Αθήνας, ΒΔ της Ακρόπολης, που έχει συνδεθεί με τις πανάρχαιες παραδόσεις του τόπου. Πάγος σημαίνει πετρώδης βράχος· για τη σημασία του Άρειος υπάρχουν πολλές απόψεις: μία τον συνδέει με τον Άρη, άλλη, και η… …   Dictionary of Greek

  • αεί — επίρρ. (Α ἀεί) [στα Α και επικά, ιωνικά και ποιητικά αἰεί και αἰέν, δωρικά αἰές και ἀές, λακωνικά αἰέ, βοιωτικά ἀέ και ἠί, αιολικά αἶι(ν) και ἄι(ν)] διαρκώς, συνεχώς, πάντοτε, για πάντα στα νεοελλ. μόνον ως α συνθ. ορισμένων συνθέτων λογίας… …   Dictionary of Greek

  • αντίφαση — Σχέση ανάμεσα σε δύο καταστάσεις, δύο γεγονότα ή δύο κρίσεις, κατά την οποία αν αληθεύει ότι Α είναι Β, δεν μπορεί συγχρόνως να αληθεύει και ότι Α δεν είναι Β. Η αρχή της α., μαζί με την αρχή της ταυτότητας και την αρχή του αποκλεισμού του τρίτου …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.